…«Νύχτα, φιλενάδα μου»…

Αχ η νύχτα, έχει τόση ενέργεια και ας ηρεμούν όλα. Είναι γεμάτη, ίντριγκα, σεξ, φόβο, ησυχία. Ακόμα και το σκοτάδι της σπάει από αυτά τα φωτεινά τερατάκια που έχει πάνω της, όπου από παιδιά τα χαζεύουμε, τα μετράμε, περιμένοντας το πεφτααστέρι να κάνουμε ευχή.

Αγαπώ τη νύχτα, είναι παιχνιδιάρα, παίζει καλά και οι καλοί παίχτες ποτέ δε με άφησαν αδιάφορη. Μετράει όρια και αντοχές, παραπλανεί, γοητεύει, στήνει ζάρια, μετράει φύλλα. Γουστάρω κάθε βράδυ να στήνουμε παρτίδα. Μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι, υπολογίζει κάθε κινησή μου, αλλά μελαμψή κυρία ακόμα δεν κατάλαβες; Με λάθος παίχτη τα έβαλες! Δε με παίζεις σε παίζω, απολαμβάνω τις δοκιμασίες σου και χαίρομαι να σε παρατώ επιλέγοντας να πιω καφεδάκι με το χάραμα που λατρεύω.

Γυρνώ το βλέμμα μου και σε κοιτώ, σε νιώθω στάσιμη, να μην αντιδράς, σε κοιτώ και στα δίνω όλα, τις αγωνίες μου, τους πόνους μου, τους φόβους μου. Τα ποντάρω κοπελιά, έλα νίκα με και πάρτα, ανοιχτό βιβλίο είμαι, διάβασε. Σε φοβίζω που δε σε φοβάμαι; Που επιλέγω κάθε βράδυ χειμώνα- καλοκαίρι να σου κάνω συντροφιά; Σε φοβίζει που δε με σαγηνεύεις και αντί να με τυλίξει το σκοτάδι σου και να με παρασύρει, σε κλείνω στα δυο μου μάτια, ζητώντας σου να πάρεις μακρυά τους εφιάλτες μου; Μήπως σε φοβίζουν οι εφιάλτες μου; Ξέχασα! Φτιάχτηκαν στο φως, εσύ δεν ξέρεις από αυτό. Φτιαχτήκανε από «καλούς ανθρώπους », αυτούς ντε που μπορείς να τους σβουρίζεις, που δε θαύμασαν ποτέ το μεγαλείο και τα μυστικά που κρύβεις. Δεν κατάλαβαν ότι το χάραμα σε ακολουθεί επειδή δεν αντέχεις άλλο την τόση ομορφιά και γαλήνη σου, να την ματατρέπουν σε τεράστιο ωχετό, ασύδοτων πράξεων. Γι αυτό δε σε φοβάμαι, είσαι ό,τι δείχνεις. Το φως τυφλώνει, εσύ όμως προειδοποιείς «έρχομαι».

Σήμερα το βράδυ κακούργα πες μου τι σου έκανα και με βασανίζεις; Δε βαρέθηκες; Νύχτες ολόκληρες παίζουμε το ίδιο παιχνίδι. Γιατί μετράς έτσι τις  άντοχές μου; Πες μου αλήθεια θύμωσες που σε άφησα χτες νωρίς και καθώς έφευγες με είδες με τη χαραυγή να τα λέμε; Φιλενάδα με είδες, τα ματάκια μου δεν μπορούσαν να σε κοιτάξουν ήταν κουρασμένα πολύ. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά έβρεξε, ναι έβρεξε και είναι ευαίσθητα τα έρμα και κουρασμένα πολύ. Δε σε άφησα φιλενάδα, απλά με νανούρισες, το χρειαζόμουν.

Άδικα πράγματα είναι αυτά, ύπουλο το παιχνίδι σου σήμερα, όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου, τα πάντα δείχνουν εκεί. Εκεί που η τρυφερότητα έγινε ανάγκη. Ναι ντε σε κείνη την ουτοπία. Γιατί «ουτοπία ήταν», αλήθεια και ψέμα μαζί. Ψεύτικο τοπίο, φτιαγμένο από αληθινές ανάγκες. Φιλενάδα, πάρε με αγκαλιά, κοίμισέ με, η ουτοπία χάθηκε σε μια πόρτα όπου κανείς δεν μπαίνει, ούτε βγαίνει, μόνο περιμένει… Κράτα με, τυλιξέ με, νανούρισέ με, δεν μπορώ να σε κοιτάξω άλλο, άσε με να ξεχάσω!

https://breakfreewriter.wordpress.com/

 

Advertisements
Κατηγορίες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s