Προσποιητές ζωές (stop)

Αντί να κυνηγάμε αυτό που θέλουμε να έχουμε, να προσπαθούμε να γίνουμε ό,τι έχουμε ονειρευτεί, κυνηγάμε τους φόβους μας. Ζούμε υπό τον ζυγό του εγωισμού και την ανάγκης να ανήκουμε κάπου και αυτό το κάπου να μας ανήκει.Φτιάχνουμε ένα προσωπείο όσο πιο αρεστό στο κοινωνικό σύνολο, χάνουμε την ταυτότητά μας και ζούμε στο «φαίνεσθαι!». Η ευτυχία ορίζεται στα υλικά και στις «στημένες» απολαύσεις.

Προσποιούμαστε ότι αισθανόμαστε για να καλύπτουμε την ανάγκη των αισθημάτων που η ανθρώπινη φύση μας απαιτεί. Η χαρά και ο πόνος αλλάξανε πρόσωπα. Δε φαίνονται στα μάτια, στα χείλη, στον ήχο της φωνής. Παρουσιάζονται με πανομοιότυπες φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα, από στημένες πόζες, ασύδωτα πάρτυ, φτιαχτούς έρωτες και αλκοόλ. Ζούμε ζωές πίσω από ψεύτικα τσεκ ιν, χαιρόμαστε με λάικ της προσποιητής ευτυχίας μας από αγνώστους «φίλους». 

Ο έρωτας έγινε πήδημα, κακοφτιαγμένης πορνό ταινίας, που στις περισσότερες των περιπτώσεων μετανιώνουμε που την είδαμε και ξαναπάμε όμως σε πανομοιότυπο σενάριο. Το φλερτ, η γνωριμία, το σκίρτημα, η αναμονή, τελειώνουν άδοξα σε βιαστικό ολιγόλεπτο κρεββάτι. Βέβαια όλα γίνονται για μία φώτο στο φεισμπουκ, που μπορεί να έχει ανέβει να έχει πάρει χ λάικ και η αποτυχία να ερωτευτούμε, γίνεται επιτυχία των σόσιαλ. (κατάντια)

Ζούμε ένα καλοστημένο παιχνίδι ρόλων. Λειτουργούμε χωρίς χαρακτήρα. Τα ονειρά μας γίνονται ό,τι η προοπτική απαιτεί. Τόσες διαφορετικές προσωπικότητες μασκαρεμένες με την ίδια στολή. Τόσες φωνές ουρλιάζουν κάτω από σιγαστήρα για το ομοιόμορφο. Τόσα διαφορετικά χρώματα κρυμμένα σε ασπρόμαυρο φόντο.

Κουράστηκα άνθρωποι, να σας βλέπω ανικανοποίητους, πεζούς, ρηχούς. Να αναζητάτε την ευτυχία σε λίγη ηδονή, συνήθως υλική. Βαρέθηκα να σας βλέπω κρυμμένους σε σχέσεις τελειωμένες φοβούμενοι τη μοναξιά. Λυπάμαι πού άγεστε και φέρεστε όπως τα κοινωνικά πρότυπα απαιτούν. Στενοχωριέμαι που «φτιάχνετε» φυσιολογικό, αυτό που δε σας ευχαριστεί, για να δικαιολογείτε ότι ξεχάσατε να ζείτε.

Μη μιζεριάζεις άνθρωπε, η ζωή είναι το πιο όμορφο δώρο, αν της φέρεσαι σα να είναι «πόρνη» το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να κάνεις τη ζωή σου μπουρδέλο. Σου δίνει δύο δρόμους και την ευθύνη να διαλέξεις ποιον θα ακολουθήσεις, ο ένας είναι η αποδοχή μίας κατάστασης και της παραμονής σου σε αυτή και ο άλλος η αλλαγή.
Γύρνα το βλέμμα σου στην ανατολή, εκείνη την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να κάνει δειλά δειλά τα πρώτα του βήμα στην ανηφοριά. Κοίταξέ τον, είναι η στιγμή που δεν τυφλώνει από τη λάμψη του, ξεκινάει μια καινούρια μέρα για εκείνον όπως για σένα. Θαύμασε το τοπίο ολόγυρά σου και θαύμασε και εσένα μαζί, είσαι μέρος του. Χαμογέλα έχεις μία ολόκληρη μέρα να λάμψεις 😉

Κλείσε τα μάτια και θυμήσου την πιο αστεία στιγμή σου ως παιδί, το μεγαλύτερο θυμό σου, το πείσμα σου, το δίκιο σου. Θυμήσου το «όταν μεγαλώσω θα γίνω» και δεν εννοώ επάγγελμα αλλά πώς νιώθαμε ότι θα είμαστε, πόσα θα φτιάχναμε. Θυμήσου όταν πληγωνόσουν, όταν σε κορόιδεψαν, θυμήσου πόσες φορές έπεσες και πόσες σηκώθηκες, θυμήσου μέσα από πόσα λάθη έμαθες.

Αποτέλεσμα εικόνας για να προσπαθούμε να γίνουμε αυτό που ονειρευτήκαμε

Επάγγελμα Πόρνη (Λιλή Ζωγράφου)

 Η Λιλή Ζωγράφου με το γνωστό αντισυμβατικό τρόπο, με πνευματική ελευθερία, εγρήγορση και με εμφανής την έντονη και έντιμη μαχητικότητά της γράφει το «επάγγελμα πόρνη», το 1978 λίγο μετά το πέσιμο της χούντας. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες της «χούντας«, της «μοναξιάς«, της «τρυφερότητας«. Ένα αμιγώς πολιτικό και αντιστασιακό κείμενο μέσα από αυτό  μιλάει για την ελευθεριά του ατόμου ως άτομο και όχι ως μέρος ενός πληθυσμού, μιλάει για την έννοια της ατομικότητας και του ψυχισμού των σκεπτόμενων ανθρώπων.

« Προειδοποίηση: Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ τον μαζικό μας εξευτελισμό. Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου, δε θα στρεφόταν κατά του κατεστημένου και του συστήματός μου, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα! »

 

Στη χούντα αρνήθηκαν να της ανανεώσουν το διαβατήριο με την αιτιολογία ότι δεν ασκεί τη δημοσιογραφία, τότε η Λιλή Ζωγράφου έγραψε χειρόγραφα επάγγελμα «Πόρνη» αφήνωντας άφωνα τα τσουτσέκια της χούντας. Τραγελαφικό κεφάλαιο με παραστατικό και ρεαλισμό με τον μοναδικό της τρόπο, αποπνέει ελευθερία και μας κρατά μαγνητισμένους.

« Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.
Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.
Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.
Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή.
Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας. »

Έπειτα από απόπειρα αυτοκτονίας κλείστηκε σε ψυχιατρείο όπου εκεί νυχτοφάλακες τη βιάσανε. Πάραυτα δεν αποδυναμώνεται, έρχεται σε σύγκρουση με τους ιθύνοντες του οργανισμού και καταγγέλλει τη σαθρή λειτουργία του νοσηλευτικού οργανισμού. 

« Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μας φτύσει, να μας μαστιγώσει, να μας βιάσει. »

Πρόκειται για αυτοβιογραφικές ιστορίες, που δίνουν το στίγμα της εποχής και σκιαγραφούν τη συγγραφέα, μίας γυναίκας αγωνίστριας ενάντια σε κάθε μορφή βίας, σε κάθε καθεστώς που εξαθλιώνει την ανθρώπινη υπόσταση και σε κάθε αυτεπάγγελτη εξουσία που στερεί τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Εν κατακλείδι μας διδάσκει ότι «Η ΖΩΗ ΝΙΚΑ»

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΤΟΚΕΤΟ;

%cf%84%ce%bf%ce%ba%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%83

Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δύο μωρά.
Το ένα ρωτά το άλλο: «Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;» κι εκείνο απάντησε,
«Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε, για τό τι θα ακολουθήσει αργότερα.»
«Ανοησίες», είπε το πρώτο. «Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή»;
Το δεύτερο είπε, «Δεν ξέρω, αλλά θα υπάρχει περισσότερο φως από ό, τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα».
Το πρώτο απάντησε: «Αυτό είναι παράλογο! Το περπάτημα είναι αδύνατο. Και να τρώμε με το στόμα; Γελοίο! Ο ομφάλιος λώρος μας δίνει την τροφή και όλα όσα χρειαζόμαστε. Αλλά ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός. Οπότε, η ζωή μετά τον τοκετό, λογικά, αποκλείεται».
Το δεύτερο όμως επέμενε, «Λοιπόν, νομίζω ότι υπάρχει κάτι και ίσως είναι διαφορετικό από ό,τι είναι εδώ. Ίσως να μη μας χρειάζεται αυτό το φυσικό ‘καλώδιο’ πια».
Και το πρώτο απάντησε, «Ανοησίες. Και επιπλέον, αν υπάρχει ζωή, τότε γιατί ποτέ κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω από εκεί; Ο τοκετός είναι το τέλος της ζωής, και μετά από τον τοκετό δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι, σιωπή και λήθη. Δεν οδηγεί πουθενά».
«Λοιπόν, δεν ξέρω», λέει το δεύτερο, «αλλά σίγουρα θα συναντήσουμε τη μητέρα και αυτή θα μας φροντίσει».
Τότε το πρώτο μωρό απάντησε, «Μητέρα; Πιστεύεις στη μητέρα; Αυτό είναι γελοίο. Αν η μητέρα υπάρχει, τότε πού είναι τώρα»;
Το δεύτερο είπε: «Είναι παντού γύρω μας. Είμαστε περικυκλωμένοι από αυτήν. Είμαστε μέρος της. Είναι μέσα της που ζούμε. Χωρίς αυτήν, αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει».
Τότε είπε το πρώτο, «Λοιπόν, εγώ δεν την βλέπω, έτσι είναι λογικό ότι δεν υπάρχει».
Και τότε το δεύτερο μωρό απάντησε, «Μερικές φορές, όταν κάνεις ησυχία και επικεντρωθείς και ακούσεις πραγματικά, μπορείς να αντιληφθείς την παρουσία της, και μπορείς να ακούσεις την αγαπημένη της φωνή, να σε καλεί από πάνω».

Του Ούγγρου συγγραφέα Útmutató a Léleknek.

«Όλα καλά»

Σέρνομαι, ακόμη μία μέρα που το χαμόγελο σβήνει στις οχτώ, όταν η πόρτα κλείνει. Προσπαθώ να μαζέψω, δεν ξέρω ποιο χάλι το δικό μου ή του σπιτιού;

Μένω να κοιτώ τον ήλιο. Τι υπέροχη μέρα, μου θυμίζει όσα πρέπει να κάνω. -σήκω πάνω, μη πέφτεις προστάζει. Μόνη συντροφιά τσιγάρο και καφές μα και αυτά πρέπει να τα «αγοράζω»…

Ένα μήνυμα 

– Πώς είσαι;

– Καλά 🙂

( Πώς θέλεις να είμαι; μόνη να προσπαθώ να σηκωθώ, μόνη να ψάχνω φως στο τούνελ, μα και το τούνελ χάνω, ποιο δρόμο να πάρω; Ήθελα να πάμε βόλτα στη θάλασσα, χωρίς να μιλάμε, δεν θέλω να μιλήσω σήμερα, μπορώ να ακούω….) Με ένα καλά όλα πιο εύκολα, δεν περιμένεις, δεν παρακαλάς, ξέρεις ότι θα γίνουν καλά, όσο υπάρχει ξημέρωμα όλα θα φωτίζουν.

Ποιοι οι άνθρωποί σου, ποιο το δέσιμο, ποια αλήθεια όταν τα πάντα κρύβονται πίσω από ένα «όλα καλά;» Οι άνθρωποι φοβήθηκαν τη μοναξιά στο πλήθος. Το μόνος στο μαζί. Μάθανε να γελάνε και να κλαίνε μόνοι. 

Η εμπιστοσύνη χάνεται στο κλείσιμο των ματιών στα απλωμένα χέρια, στο κλείσιμο των αυτιών σε κραυγές, στο κλείσιμο της καρδιάς στο βουβό πόνο. Οι άνθρωποι κρύφτηκαν πίσω από τοίχους που φτιάξανε μόνοι, ονομάζοντάς τους «έχω δικά μου προβλήματα» .

Όλα καλά 🙂