Φέρτε πίσω τα παιδιά στους γονείς τους….

 Στάχτη, άμμος και αέρας. Καταπατημένο δάσος, μάντρες παράνομες; πανικός, ελλειπή οργάνωση, λάθος προβλέψεις, ανύπαρκτο σχέδιο, μια φωτιά σατανάς περνάει με μανία να καταπιεί, γελάει δυνατά διαολικά, είναι πιο δυνατός, θα πληρώσετε φωνάζει την απληστία σας, τρώει τα δέντρα δεν τα χρειάζεστε φωνάζει το οξυγόνο σας το κάνετε οικόπεδα, δεν του φτάνει, παίρνει τα σπίτια, δεν έχουν δουλειά εδώ λέει ήταν  στο δρόμο μου μου τον κλείνουν, δε χορταίνει, δε σταματά από όπου περνά δυναμώνει, με ενέργεια και ταχύτητα ασύλληπτη ρουφάει την αθωότητα, ένα μωρό έξι μηνών, ένα αβάπτιστο αγγελούδι, είναι αχόρταγος, δυνατός και μόνος, μία δύναμη που του έδωσε ο άνθρωπος.

-Φύγε, είσαι χλωμή….

Απομακρύνεσαι, αρχίζεις να συνειδητοποιείς τι έγινε, έρχονται ήχοι, εικόνες που στον πανικό πάνω προσπέρναγες, δεν υπήρχε χρόνος για συγκινήσεις, για κλάματα. Δεν αντέχεις άλλο κλαις, τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει, κλάμα και δύσπνοια, δεν ανασαίνεις, προσπαθείς να συνέλθεις έχει παιδιά σταμάτα το. Αναστροφή, φτάνεις κόκκινο λιμανάκι, τρέμουλο, μούδιασμα, τρόμος, κατεβαίνεις τα σκαλάκια, φέρνεις στο νου σου όλους εκείνους που προσπάθησαν να γλιτώσουν, φοβάσαι, προχωράς με τα πόδια σου κομμένα, άντρες είναι εκεί μιλάνε για τις ζημιές. 

-Ψάχνεις κάτι;

-Την ανθρωπιά κάπου την είδα, φεύγει γρήγορα, αν την δείτε σταματήστε την.

– Λαλημένη είναι πάμε

-Ένα χέρι με ακουμπά, είσαι καλά;

-Εσύ;

-Κάηκαν τα πάντα, μόχθοι μιας ζωής

-Ευλόγισε τη ζωή…

Διασώστες, άνθρωποι που ψάχνουν τους δικούς του,  ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ 

Πώς να αντέξεις; Έχει φτάσει στη θάλασσα, σκοτάδι, κάποτε την λάτρευες, τώρα την κοιτάς με μίσος, σκύβεις μουδιασμένη, απλώνεις τα χέρια στο νερό, σε ηλεκτρίζει, τα τραβάς πίσω με μανία. Πού είσαι, τι κάνεις, άμμος στάχτη, νερό, όλα κουβαλάνε ψυχές, νιώθεις να τις πατάς, βυθίζεις τα χέρια στην άμμο, κλαις, κλαις, προσεύχεσαι.

Γυρνάς το βλέμμα στη θάλασσα, γιατί κακούργα, γιατί τους άφησες αβοήθητους, σε σένα ήταν όλες οι ελπίδες τους.  Δε θες να ακουμπάς πουθενά, παράνοια, απλώνεις χέρια να σώσεις ποιον; νιώθεις να σου φωνάζουν βοήθεια, θες να τρέξεις να φύγεις…

Πού ναι η Σοφία, πού ναι η Βασιλική, πού ναι ο Δημήτρης; Πού είναι τα παιδιά;;;; Δώστε τα πίσω στους γονείς τους, ΦΕΡΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΙΣΩ , λυτρώστε τους γονείς από τον πόνο. Μπορείτε καθίκια;; 

Μανούλα φοβάμαι :/ ΤΑ ΝΕΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΠΑΝΤΑ 

Το μάτι να μην χτιστεί πάλι, να γίνει δάσος στη μνήμη αυτών των παιδιών, κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει. Τέσσερις μέρες μετά και γυρίσαμε τάχιστα στο χτες της απληστίας, της μικροπρέπειας…

ΦΤΑΙΜΕ ΌΛΟΙ 

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.  Ρίτσος
Advertisements
Κατηγορίες:

3 Comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s