Όλες οι δημοσιεύσεις από Athina

Nothing is as it seems Στριμμένη,κυνική, κυκλοθυμική, κακομαθημένη, εκνευριστικό και ανάποδο εκ γενετής πλάσμα, με έντονη αίσθηση του σαρκασμού και αυτοσαρκασμού!

Μνήμη χρυσοψαρου

Στη χώρα που η μόνη σταθερά είναι ο ευτελισμός της δημοκρατίας και των νεκρών της. Στο κράτος που η ιστορία βεβηλώνεται επαναλαμβανόμενη με φόντο τις μαύρες της σελίδες. Σε ένα δίκαιο που διοικούντες και κυβερνώντες καταβάλλουν κάθε δυνατό μέτρο βαυκαλιζμού καταλύοντας έντεχνα κάθε έννοια ελεύθερης σκέψης, διαβάλλοντας το δικαίωμα.

Εν μια νυκτί, ελαφρά την καρδία με μνήμη χρυσόψαρου, πανηγυρίζουν τη νίκη «έχουν απωλέσει το δασικό τους χαρακτήρα», ούτε νέες μελέτες, ούτε έργα, έτσι δικονομικά.

102 νεκροί, στο φύσηγμα του ανέμου η έκκληση, ο τρόμος, ακούγονται, τα βήματα χαραγμένα στη γη, οι αγκαλιές των νεκρών κατά την τελευταία τους πνοή γίνηκε σκιά. Οχτώ αγγελούδια «φοβάμαι μαμά..».

Πόσο εύκολα ξεχνάς ρε άνθρωπε, πώς το ατομικό συμφέρον ορίζει τη συμπεριφορά μας και το ποιοι είμαστε στο τέλος. Πέρασε και δε δίδαξε.

Στην αντίπερα, αποφασίστηκε η σκύλευση άλλων αδικοχαμένων, αυτή τη φορά της μαρφιν. Μέγιστη ύβρις ο σκοπός στο βωμό επαίσχυντης μικροπολιτικής τακτικής.

Ο κόσμος μένει άναυδος μπρος την ειμαρμένη ή στην διάχυτη ηλιθιότητα;

Ατομική ευθύνη δε σημαίνει κοιτώ την πάρτη μου

Στις κίβδηλες εποχές που διανύουμε, διαπιστώνεται με λύπη ότι η ανθρωπιά εχάθη και ουδείς εχέφρων και συναισθηματικά νοήμων τη συνάντησε κάπου.
Την σκότωσε η παθητική συναίνεση, το χορηγηλίκη που μεταφράστηκε σε εθελοντισμό.
Η πολιτική προστασία ανύπαρκτη σε καιρούς χαλεπούς, μέτρα που μεταθέτουν την ευθύνη, η συλλογικότητα αδρανεί από φόβο και η ατομική ευθύνη γίνηκε «η πάρτη μου». Θυσία η ζωή και οι αρετές της σε μια επισφαλή πραγματικότητα.

Για μας, για τη ζωή, για τους ανθρώπους μας:
#βοηθάμε👇
♦ Βοηθάμε τους ηλικιωμένους και τις ευπαθείς ομάδες στα ψώνια, στα φάρμακα τους, ώστε να αποφεύγεται ο συνωστισμός
#φερόμαστε_με_ευγένεια👇
♦ Στους υπαλλήλους που μας εξυπηρετούν, στους γιατρούς, πωλητές, ταμίες…
#νοιαζομαστε👇
Για τους ανθρώπους μας, τους γείτονες, τους φίλους μας, τους μόνους
♦Δεν αδειάζουμε τα φαρμακεία από παρακεταμόλη, τα σ.μ από είδη πρώτης ανάγκης.
Φροντίζουμε όσοι έχουν δυνατότητα, για όσους δυσκολεύονται στα προς το ζην

Η επόμενη μέρα πρέπει να μας βρει ζωντανούς. στην πίστη, στις σχέσεις, στην αγάπη, στην φιλία. Η επιβίωση δεν πρέπει να τυφλώνει ούτε επιβάλλει οι άνθρωποι να χωρίζουν. Η απώλεια συναισθηματικής νοημοσύνης , ενσυναίσθησης και ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων θα είναι η μεγαλύτερη ήττα του πολιτισμού και του ανθρώπινου είδους.

Ανθρωπισμός, η μόνη ηθική που πρέπει να αντιτάσσεται σε δύσκολες στιγμές. Να νοιαζόμαστε το καλύτερο αντίδοτο, το μόνο αντίσωμα.

…να μας ξεπλένει το νερό από των ενοχών τη φατριά…

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%b3%ce%b9%ce%b4%ce%b1-%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b1
Βρέχει, κάθε σταγόνα που πέφτει πάνω μου, είναι και μια εικόνα, που ποτέ δε ζήσαμε, που θέλουμε, ποθούμε, αναμένουμε. Εικόνες που και οι δύο έχουμε δει. Κιότεψαν όμως οι ανάγκες μας στα θέλω άλλων και μένουν εκεί να περιμένουν να ικανοποιηθούν. Και εμείς άπραγοι θεατές, προσπαθούμε να νιώσουμε ο ένας τον άλλον μέσα από ήχους, φαντασιώσεις και λέξεις που σβήνουν.
Καθισμένη στο μπαλκόνι, κρατώντας τον καφέ μου,το δροσερό αεράκι σε φέρνει δίπλα μου. Σου φτιάχνω ελληνικό, με αγκαλιάζεις, γελάμε μιλάμε. Παίζουμε όλα τα παιχνίδια που «θα» παίξουμε, σου μαθαίνω σκάκι και συ εκεί να καρφώνεις το βλέμμα σου πάνω μου, να μου χαμογελάς… Σε έχω δίπλα μου, ήρεμο, χωρίς να αγωνιάς για τίποτα. Δεν μπορώ να σε αισθάνομαι, γεμάτο ανησυχία για ό,τι μπορεί να συμβαίνει πίσω σου.
Η άδεια θέση δίπλα μου, θύμισε απότομα την απουσία σου. Την ανάγκη να σε αισθανθώ νιώθουν οι κεραυνοί, και μας πάνε στο βουνό,εκεί μέσα στο αμάξι, να βλέπω τη βροχή να πέφτει, εκεί που όλοι ήχοι της φύσης, είναι ευδιάκριτοι ίσως φοβιστικοί, μέσα στο σκοτάδι. Μου αρέσει, όμως θα κάνω ότι φοβάμαι, για να νιώθω ότι με προστατεύεις. Να με σφίγγεις πάνω σου, για να μη σου πάθω τίποτα. Ίσως και να φοβάσαι πιο πολύ από μένα, απλά δεν πρέπει να το δείξεις.
Αστραπές και η βροχή δυναμώνει. Να σου και η φουρτουνιασμένη θάλασσα, τα κύματα σκάνε στα βράχια και επιστρέφουν, μπερδεύονται μεταξύ τους, τσακώνονται, αφρίζουν, ηρεμούν. Τα κύματα αγαπούν τα μπερδέματα, δε φοβούνται το χτύπημα στα βράχια και τα βράχια αρέσκονται από τη λύσσα να τους επιτεθούν, να τα αγκαλιάσουν, τόσο όσο να δροσιστούν και να επιστρέψουν εκεί που ανήκουν. Πάντα δίπλα, ποτέ μαζί! Εκείνα τα λεπτά που γίνονται ένα, είναι η λαχτάρα να βρεθούν μαζί, έστω για λίγο. Σαν τη δική μας λαχτάρα, μόνο που εμείς κρατάμε γερά το κουπί, φοβόμαστε το χτύπημα στα βράχια, ακόμα και την ήρεμη θάλασσα, όταν τελειώνει το κύμα δε θέλουμε να δούμε, επειδή χώρια θα μας βρει πάλι.
Θέλει μαγκιά να ζεις με πάθος, θέλει μαγκιά να ζεις, να νιώθεις, να ονειρεύεσαι, να πονάς και όταν χρειάζεται να χαιρετάς ό,τι πόθησες. Αφήνω τις εικόνες πίσω και δημιουργώ αληθινές, με μένα και σένα στη βροχή αγκαλιά, να μας δένει και να μας ξεπλένει το νερό από των ενοχών τη φατρία.
Δε θέλω να μου λείπεις πια. Η μυρωδιά από τα πρωτοβρόχια έγινε ένα με του τσιγάρου και την ακολουθώ, με φέρνει κοντά σου. Δε φοβάμαι πια, ούτε για σένα, ούτε για μένα. Παιχνίδι είναι η ζωή έλα να παίξουμε και ας πέσουμε!

😉

δεν είσαι εδώ

Χάραμα, το χέρι μου ψάχνει το δικό σου, θέλουν τα δάχτυλά μου να μπερδευτούν με τα δικά σου, να με τραβήξουν πάνω σου και να αισθάνομαι την καρδιά σου να χτυπά στο δικό μου στήθος. Νιώθω κάψιμο στο στέρνο και την αναπνοή μου να βαραίνει. Βαριά η επιθυμία, βαρύ το πάθος όταν μένει να κάνεις κύκλους σε ένα μόνο κορμί.
Το χέρι μου περιμένει το δικό σου, του λέω ποτέ δεν ήσουν, ποτέ δε θα σαι, και όμως αυτό εμμένει να χωθεί στο δικό σου. Κοίτα πώς ξάπλωσες μου λέει με γελάκι ειρωνικό. Πώς ξάπλωσα; :/ Γυρισμένη πλάτη, κουλουριασμένη στο δικό σου κορμί, με τα χέρια σου να με τυλίγουν, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Ξύπνα κοιμήση, άρπαξέ με, σφίξε με, χαμογέλα μου με αυτό το ελεεινό πολλά υποσχόμενο στραβό χαμόγελό σου. Ξύπνα μωρέ, έτοιμος ο καφές, τον πιούμε αγκαλιά κοιτώντας τη βροχή, που τόσο έχεις πει σου αρέσει, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Χαΐδεψέ με, άσε το χέρι σου να κυλά πάνω μου, παίξε μαζί μου όπως μόνο εσύ κάνεις 😉 Ακούω τις κοφτές σου ανάσες, νιώθω τους παλμούς σου, το υγρό σου βλέμμα, πάλι με κατακτά, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Καλημέρα είπαμε; Μπα, δεν είσαι εδώ.

Παραμύθιασέ με απόψε

Πάρε με απόψε, όπου εσύ αποφασίσεις. Δε θα σε ρωτήσω πού θα πάμε, δε θα κοιτάξω το ρολόι, δε με νοιάζει πού θα βρεθούμε. Απόψε θα είμαστε ρόλοι στο παραμύθι που σου ζητώ. Θα σαι ο πρίγκιπάς μου, ο ιππότης που ποτέ δεν πίστεψα στην ύπαρξή του και γω μια μικρή ρομαντική  επαναστάτρια που θα με τιθασεύσεις. Σήμερα θα μαι τα πάντα σου και αν το θέλει ο ρόλος δειλά θα σε προσκυνήσω και στις υπηρεσίες σου θα ταχθώ. 

Παραμύθιασέ με μωρό μου, σήμερα δεν αρνούμαι τα λόγια, σήμερα δε ζητάω αλήθειες, σήμερα θέλω όλα να ναι παράταιρα με το τώρα, σήμερα μόνο εμείς. Δείξε μου ότι με νοιάζεσαι, ότι με σκέφτεσαι, ότι χάνεται το βλέμμα σου στις αναμνήσεις μας. Ότι τα βράδια δεν κοιμάσαι χωρίς να σκέφτεσαι ότι με αγγίζεις. Δείξε μου μωρό μου ότι σε νοιάζει πώς περνάω τις μέρες μου, τι νιώθω, πώς είμαι. Κάνε μου ερωτήσεις, απαντήσεις δε θα πάρεις, όμως θα με κοιτάς σα να καταλαβαίνεις όλα όσα ποτέ δε θα πω, θα με χαϊδεύεις πιστεύοντας ότι παρηγορείς τις νεκρές μου ελπίδες.

Έτοιμασέ μου ένα κόσμο μαγικό αυτό το βράδυ, βάλε το φεγγάρι να λάμπει για μένα, άσε τα αστέρια να χορεύουν γύρω μου, γέμισέ με  λουλούδια και κοίτα με σα να μαι το πιο όμορφο και το πιο λαμπερό από όλα. Πιάσε με και χόρεψε με πάθος και πόθο, ζωγράφισε ήχους και άστους στο κορμί μου. Σφίξε με, άσε με να νιώσω το τρέμουλό σου. Δε θα έχει ξημέρωμα αυτό το βράδυ, δε θα έχει κούραση, ούτε υποχρεώσεις το πρωί. Και αν βγει ο ήλιος τα ρολόγια μας θα ναι σταματημένα στις 00:00 εκεί που το μυστήριο ξεκινάει, εκεί που το παραμύθι μπερδεύεται με την πραγματικότητα.

Απόψε πιες θαλασσινό νερό από το κορμί μου και πες ότι σε ξεδίψασε, κάνε την άμμο μαξιλάρι απαλό, βάλε με να ξαπλώσω μπες στην αγκαλιά μου και κράτα για σκέπασμα το ουράνιο τόξο που έφτιαξα για μας, έχει άλλα χρώματα, που ποτέ ήλιος και βροχή δεν έφτιαξαν, έχει το χρώμα του παραμυθιού με φλόγα δράκου για να κάψει όλα αυτά που δεν αφήνουν το παραμύθι να ζωντανέψει.

Έλα, απόψε παραμύθιασέ με, απόψε είμαι δικιά σου!

 

Υ/Γ  Γράφτηκε με αφορμή το τραγούδι και σκέφτομαι αυτό που πολλές φορές λέω, ότι τα αισθήματά μας είναι μπερδεμένες ανεκπλήρωτες ανάγκες…… 😉

Το μπλουζάκι

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που την άγγιξες, από την τελευταία φορά που τα θέλω της στριμώχτηκαν σε λίγα λεπτά πάθους, που μύρισαν την ηδονή αλλά δεν πρόλαβαν να την γευτούν. Έμεινε το άρωμά σου με το άρωμα της πάνω στο μπλουζάκι να της παρηγορούν την άδεια της αγκαλιά.

Έπιασε πολλές φορές τον εαυτό της να φτιάχνεται για σένα, να ντύνεται σε κάθε έναν από τους ρόλους που θα σου άρεσαν, να περιμένει να φανεί μήνυμα «κατέβα» , να γυρνάνε στο κεφάλι της τα τόσα «θα έρχομαι» που της είχες πει  «θα στείλει, θα έρθει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς». Το μόνο που ερχόταν ήταν η ώρα να πιάσει το βιβλίο της και να την πάρει ο ύπνος μέχρι που το όνειρο θα την ξύπναγε απότομα, να της θυμίσει ότι πάλι δε θα έρθεις…

Περίμενε… Tα λόγια που σου αρνήθηκε, όλα όσα δε σου είπε να τα είχες ακούσει, να τα είχες δει στο βλέμμα της που πάντα χαμήλωνε για να μην την μαρτυρά, να τα είχες νιώσει στον τρόπο που σε άγγιζε. Περίμενε… Τα λόγια που της είπες και σου ‘πε δεν τα θέλω να τα είχες κάνει πράξη. Να την είχες ταξιδέψει, να της χάριζες αυτό το ξημέρωμα που τόσο είχες πει ότι ήθελες, να έκανες το κορμάκι της να αναστενάζει, τα χείλια της να γελάνε και τα μάτια της να λάμπουν. Περίμενε να ζητάς να την μάθεις, να θες την ηρεμία της, τον παιδικό τρόπο που αντιδρά κοντά σου. Περίμενε να σου μαγειρέψει, να σου δείξει την ομορφιά των γεύσεων μέσα από εικόνες διαφορετικές από όσες γνώρισες, να σε μεθύσει χωρίς κρασί. Περίμενε να μάθει από σένα, σαν διψασμένο σκυλάκι δύο σταγόνες νερό να της δώσεις…

Οι  λέξεις μένουν να ηχούν στα αυτιά της να την  ξεγελάνε και η αίσθηση του αγγίγματός σου να χάνεται φωνάζοντας σε θέλω δημιουργώντας ηχώ στους τόσους τοίχους που βάλατε ανάμεσά σας. 

Της λείπεις, δε σε ζητάει όμως δίπλα της, στις παρέες της, στις νέες γνωριμίες της, στις εκδρομές της, στα παιχνίδια της. Δεν περιμένει πια τίποτα από σένα, είδε τι μπορείς και ας θέλει ακόμα να την νοιαστείς, να την σκέφτεσαι, να την ποθείς, να την φωνάζεις.

Της λείπει το βιαστικό τηλεφώνημα που τόσο την τσάντιζε, τα βεβιασμένα μηνύματά σου, ακόμα θέλει να σε μάθει, να γεμίσει από σένα. Της λείπει να χάνει τα λόγια της κοντά σου, να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε μία τραμπάλα που μόνη της κούνησε… Ψάχνει την φωνή σου, το χαμόγελό σου, μία εξήγηση που να ναι τόσο αντρίκια όσο άντρας υποστηρίζεις ότι είσαι. Μια εξήγηση είναι το μόνο που περιμένει, το τέλος που έχεις δείξει αλλά δεν της έχεις πει.  

Πιάνει το μπλουζάκι στα χέρια της, σε φέρνει στο μυαλό της, την γοήτευε τόσο το πόσο την ήθελες. Ο τρόπος σου να την εξουσιάζεις, να γίνεται δική σου και έστω για λίγο να σε έχει δικό της. Να μπορεί να σε χαϊδεύει, να νιώθει τους παλμούς σου, να πάρει τον ιδρώτα σου στο κορμί της. Τι άλλαξε, τι χάλασε, τι υπήρξε; 

 

 

Πρώτο φθινόπωρο, πρώτη βροχή

Ποια ανάγκη ξεπλένεται στη βροχή;

Σε πόσα δάκρυα ξοφλάται η προσμονή;

Ασφάλεια, αναλγησία, ξεγυμνωμένες, καταπατημένες σε ξένες αναπνοές.

Ποιος μόνος πονά;

Ποια μοναχικότητα ματώνει;

Μόνο τα χέρια που ταίριαξαν και τύλιξαν τα δάχτυλα παρέα νιώθουν το γδάρσιμο.

Μόνο αγκαλιές που κούμπωσαν και από φόβο μη χαθούν σπαράχτηκαν.

‘Εχεις δει σώματα να ποθιούνται, μυαλά να ταιριάζουν και να δειλιάζουν; Ανθρώπους που φτιάχτηκαν για να είναι μαζί και να αρνούνται το εμείς από τρόμο να μη χαθεί;

Έχεις δει να ντροπιάζουν την αγάπη; Να πονά η προσμονή; Να ραγίζει ό,τι πίστεψες και το όνειρο να στραγγίζει την ελπίδα;

Εχεις δει λαχτάρα να σφίγγει το στέρνο; Να κομπιάζει στο κόψιμο της αναπνοής;

Σε ποιο θέλω επουλώνεται η πληγή;

Ποιο μου λείπεις ζεσταίνει τη στιγμή;

Δειλία οδηγεί σε απόγνωση τις ψυχές, ζήλεψε βλέπεις τη λάμψη τους και τις οδηγεί στο μίζερο γνωστό της κόσμο, τις χώνει στην ομπρέλα της εγνωσμένης βαστάσουζας βολής.

Ματώνει η ψυχή μάτια μου σε κάθε εμείς μοναχικό, σπαράζει όταν κόβονται τα άνθη της.

Τα άνθη τα ποτίζουμε μάτια μου, τι δεν κατάλαβες, δεν τα κόβουμε από φόβο μη μαραθούν.