Αρχείο κατηγορίας ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

δεν είσαι εδώ

Χάραμα, το χέρι μου ψάχνει το δικό σου, θέλουν τα δάχτυλά μου να μπερδευτούν με τα δικά σου, να με τραβήξουν πάνω σου και να αισθάνομαι την καρδιά σου να χτυπά στο δικό μου στήθος. Νιώθω κάψιμο στο στέρνο και την αναπνοή μου να βαραίνει. Βαριά η επιθυμία, βαρύ το πάθος όταν μένει να κάνεις κύκλους σε ένα μόνο κορμί.
Το χέρι μου περιμένει το δικό σου, του λέω ποτέ δεν ήσουν, ποτέ δε θα σαι, και όμως αυτό εμμένει να χωθεί στο δικό σου. Κοίτα πώς ξάπλωσες μου λέει με γελάκι ειρωνικό. Πώς ξάπλωσα; :/ Γυρισμένη πλάτη, κουλουριασμένη στο δικό σου κορμί, με τα χέρια σου να με τυλίγουν, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Ξύπνα κοιμήση, άρπαξέ με, σφίξε με, χαμογέλα μου με αυτό το ελεεινό πολλά υποσχόμενο στραβό χαμόγελό σου. Ξύπνα μωρέ, έτοιμος ο καφές, τον πιούμε αγκαλιά κοιτώντας τη βροχή, που τόσο έχεις πει σου αρέσει, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Χαΐδεψέ με, άσε το χέρι σου να κυλά πάνω μου, παίξε μαζί μου όπως μόνο εσύ κάνεις 😉 Ακούω τις κοφτές σου ανάσες, νιώθω τους παλμούς σου, το υγρό σου βλέμμα, πάλι με κατακτά, «τι σημαίνει δεν είσαι εδώ;»
Καλημέρα είπαμε; Μπα, δεν είσαι εδώ.

Το μπλουζάκι

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που την άγγιξες, από την τελευταία φορά που τα θέλω της στριμώχτηκαν σε λίγα λεπτά πάθους, που μύρισαν την ηδονή αλλά δεν πρόλαβαν να την γευτούν. Έμεινε το άρωμά σου με το άρωμα της πάνω στο μπλουζάκι να της παρηγορούν την άδεια της αγκαλιά.

Έπιασε πολλές φορές τον εαυτό της να φτιάχνεται για σένα, να ντύνεται σε κάθε έναν από τους ρόλους που θα σου άρεσαν, να περιμένει να φανεί μήνυμα «κατέβα» , να γυρνάνε στο κεφάλι της τα τόσα «θα έρχομαι» που της είχες πει  «θα στείλει, θα έρθει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς». Το μόνο που ερχόταν ήταν η ώρα να πιάσει το βιβλίο της και να την πάρει ο ύπνος μέχρι που το όνειρο θα την ξύπναγε απότομα, να της θυμίσει ότι πάλι δε θα έρθεις…

Περίμενε… Tα λόγια που σου αρνήθηκε, όλα όσα δε σου είπε να τα είχες ακούσει, να τα είχες δει στο βλέμμα της που πάντα χαμήλωνε για να μην την μαρτυρά, να τα είχες νιώσει στον τρόπο που σε άγγιζε. Περίμενε… Τα λόγια που της είπες και σου ‘πε δεν τα θέλω να τα είχες κάνει πράξη. Να την είχες ταξιδέψει, να της χάριζες αυτό το ξημέρωμα που τόσο είχες πει ότι ήθελες, να έκανες το κορμάκι της να αναστενάζει, τα χείλια της να γελάνε και τα μάτια της να λάμπουν. Περίμενε να ζητάς να την μάθεις, να θες την ηρεμία της, τον παιδικό τρόπο που αντιδρά κοντά σου. Περίμενε να σου μαγειρέψει, να σου δείξει την ομορφιά των γεύσεων μέσα από εικόνες διαφορετικές από όσες γνώρισες, να σε μεθύσει χωρίς κρασί. Περίμενε να μάθει από σένα, σαν διψασμένο σκυλάκι δύο σταγόνες νερό να της δώσεις…

Οι  λέξεις μένουν να ηχούν στα αυτιά της να την  ξεγελάνε και η αίσθηση του αγγίγματός σου να χάνεται φωνάζοντας σε θέλω δημιουργώντας ηχώ στους τόσους τοίχους που βάλατε ανάμεσά σας. 

Της λείπεις, δε σε ζητάει όμως δίπλα της, στις παρέες της, στις νέες γνωριμίες της, στις εκδρομές της, στα παιχνίδια της. Δεν περιμένει πια τίποτα από σένα, είδε τι μπορείς και ας θέλει ακόμα να την νοιαστείς, να την σκέφτεσαι, να την ποθείς, να την φωνάζεις.

Της λείπει το βιαστικό τηλεφώνημα που τόσο την τσάντιζε, τα βεβιασμένα μηνύματά σου, ακόμα θέλει να σε μάθει, να γεμίσει από σένα. Της λείπει να χάνει τα λόγια της κοντά σου, να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε μία τραμπάλα που μόνη της κούνησε… Ψάχνει την φωνή σου, το χαμόγελό σου, μία εξήγηση που να ναι τόσο αντρίκια όσο άντρας υποστηρίζεις ότι είσαι. Μια εξήγηση είναι το μόνο που περιμένει, το τέλος που έχεις δείξει αλλά δεν της έχεις πει.  

Πιάνει το μπλουζάκι στα χέρια της, σε φέρνει στο μυαλό της, την γοήτευε τόσο το πόσο την ήθελες. Ο τρόπος σου να την εξουσιάζεις, να γίνεται δική σου και έστω για λίγο να σε έχει δικό της. Να μπορεί να σε χαϊδεύει, να νιώθει τους παλμούς σου, να πάρει τον ιδρώτα σου στο κορμί της. Τι άλλαξε, τι χάλασε, τι υπήρξε; 

 

 

Πρώτο φθινόπωρο, πρώτη βροχή

Ποια ανάγκη ξεπλένεται στη βροχή;

Σε πόσα δάκρυα ξοφλάται η προσμονή;

Ασφάλεια, αναλγησία, ξεγυμνωμένες, καταπατημένες σε ξένες αναπνοές.

Ποιος μόνος πονά;

Ποια μοναχικότητα ματώνει;

Μόνο τα χέρια που ταίριαξαν και τύλιξαν τα δάχτυλα παρέα νιώθουν το γδάρσιμο.

Μόνο αγκαλιές που κούμπωσαν και από φόβο μη χαθούν σπαράχτηκαν.

‘Εχεις δει σώματα να ποθιούνται, μυαλά να ταιριάζουν και να δειλιάζουν; Ανθρώπους που φτιάχτηκαν για να είναι μαζί και να αρνούνται το εμείς από τρόμο να μη χαθεί;

Έχεις δει να ντροπιάζουν την αγάπη; Να πονά η προσμονή; Να ραγίζει ό,τι πίστεψες και το όνειρο να στραγγίζει την ελπίδα;

Εχεις δει λαχτάρα να σφίγγει το στέρνο; Να κομπιάζει στο κόψιμο της αναπνοής;

Σε ποιο θέλω επουλώνεται η πληγή;

Ποιο μου λείπεις ζεσταίνει τη στιγμή;

Δειλία οδηγεί σε απόγνωση τις ψυχές, ζήλεψε βλέπεις τη λάμψη τους και τις οδηγεί στο μίζερο γνωστό της κόσμο, τις χώνει στην ομπρέλα της εγνωσμένης βαστάσουζας βολής.

Ματώνει η ψυχή μάτια μου σε κάθε εμείς μοναχικό, σπαράζει όταν κόβονται τα άνθη της.

Τα άνθη τα ποτίζουμε μάτια μου, τι δεν κατάλαβες, δεν τα κόβουμε από φόβο μη μαραθούν.

Time to go

Ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η απόφαση έχει παρθεί καιρό. Φεύγεις, για μία ακόμα φορά φεύγεις. Δεν υπάρχει τίποτα να σε κρατάει, κάτι που να πιστεύεις, να θαυμάζεις, να ελπίζεις σε κάτι όμορφο, διαφορετικό, κάτι που θα σου μοιάζει και θα σε αγγίζει με τον τρόπο που εσύ το κάνεις. Ισως κάποια αν, μήπως, ίσως περιτριγυρίζουν σα σκόρπιες σκέψεις, σαν αναγραμματισμένες λέξεις που σε βάζουν στον πειρασμό να τις τοποθετήσεις σωστά.

Χαμένος χρόνος, παραλείψεις, όνειρα και επιθυμίες που έγιναν από επιλογή μη αναγκαία. Ελα μου όμως που τα χρειαζόσουν. Ελα μου που χρειαζόσουν έναν άνθρωπο να μιλάτε την ίδια γλώσσα. Τόση φτήνια πόσο θα την άντεχες.

Δεν υπάρχουν μάτια μου άνθρωποι σου λέω, εμπορεύματα είναι με συγκεκριμένη τιμή πωλησης και αν παραμείνουν στο ράφι μετονομάζονται ευκαιριακή προσφορά.

«ΤΕΡΑΣ» Όσο σε φοβίζει τόσο σε τραβάει να χωθείς στην αγκαλιά του

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!

Δύο χρόνια πολεμώ «ποτέ ξανά» δε θα αφεθώ, δε θα με νικήσει. Δε θα ξεχάσω τι πήγα να κάνω και πόσο κακό θα άφηνα πίσω μου. Μέρες ατέλειωτες κλάματος, μου υποσχέθηκα να απομακρύνω ό,τι με πληγώνει. Με χτύπησα αλύπητα και με τράβηξα δυνατά από τα μαλλιά να σηκωθώ. Τα κατάφερα σηκώθηκα, τίποτε δε θα άφηνα με φέρει πάλι στο ίδιο σημείο και όμως να που επέστρεψε «το τέρας»  και το έλκω κοντά μου όπως τότε…

Δεν έχεις δικαίωμα να πέσεις «ΤΟ ΑΚΟΥΣ;» Θα πληγώσεις ανεπανόρθωτα αυτούς που σε χρειάζονται « ΤΟ ΑΚΟΥΣ;» Κανένας δεν μπορεί να σε αντικαταστήσει. ΣΗΚΩ «ΑΚΟΥΣ;»

Όχι, δε θα ξεχάσω! Όμως είναι κάποιες ώρες που νιώθω τόση ανάγκη να χωθώ στην αγκαλιά αυτού του τέρατος. Μοιάζει ήρεμο, να μη ζητάει τίποτα. Μόνο να με καθίσει σε μια γωνιά, να κοιτώ στο πουθενά και να «σαπίζω», ακόμα και αυτό δε με αποκρούει, μοιάζει με το τέλος που θα έρθει, η φυσιολογική διαδρομή, μιας «καταραμένης διαδρομής» λάθος επιλογών και ονείρων που τραυματίστηκαν τόσο βαριά μέχρι που κατέληξαν.

Όχι, δε θα ξεχάσω! Το γέλιο μου δε θα το χαρίσω πια σε κανέναν. Μόνο που δεν το χρειάζομαι πια, τα χείλη μου δεν το έχουν ανάγκη, η καρδιά μου δεν το λαχταρά. Μια μάσκα ήταν τίποτε άλλο, μια μάσκα που απλά ομόρφαινε και άφηνε ήρεμη τη συνείδηση όλων των εκτελεστών των ονείρων μου. Όμως τέρας δε ξεχνώ, δε στο δίνω, θα το κρατήσω για ό,τι πιο όμορφο υπήρξε ποτέ στη ζωή, εκεί θα το δώσω, εκεί που χρωματίζονται προσωπάκια.

Ως καλό στρατιωτάκι, θα εκτελέσω με το καλύτερο τρόπο τα καθηκοντά μου, συμβιβάζοντας για πάντα τα ιδανικά μου, θα παραδώσω την ψυχή μου στο καθήκον, αγωνιζόμενη δήθεν για ιδανικά και ψευδαίσθηση ελευθερίας, αναμένοντας την τελική σκηνή, εκεί που στα παραμύθια ο καθρέφτης σπάει και τα σπασμένα κομμάτια παγιδεύουν ό,τι κακό αφήνοντας ανθισμένο το «βασίλειο».